σαλταρέλο

το, Ν
γοργός και ζωηρός ιταλικός χορός που άνθησε τον 15ο και τον 16ο αιώνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. saltarello < saltare «πηδώ» (< λατ. salto «χορεύω», βλ. και σάλτο)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τσέμπαλο — (Μουσ.). Έγχορδο μουσικό όργανο με ταστιέρα, όμοιο στο σχήμα με το πιάνο με ουρά. Οι χορδές χτυπιούνται με γλωσσίδια (μύτες από φτερά κόρακα ή, σπανιότερα, από δέρμα), στερεωμένα στα λεγόμενα σαλταρέλι, μικρά ξύλινα μπαστουνάκια κάθετα στο πίσω… …   Dictionary of Greek

  • παβάνα — Αυλικός χορός, σε ακμή κυρίως τον 16o αι. Είχε ρυθμό διμερή και χαρακτήρα αυστηρό, και συνδέθηκε με το σαλταρέλο και την γκαλιάρντα. Xορευόταν κατά τη διάρκεια των λιτανειών, των γαμήλιων πομπών και της αποκριάς. Ως μουσική μορφή, η π. ήταν πολύ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.